μηχανιώτης
μηχανιώτης, contriver
μηχᾰν-ιώτης, ου, ὁ,
- contriver, h.Merc. 436.
μηχανιώτης, ου [ᾰ] adj. m. homme fin et industrieux, Hh. Merc. 436.
Étym. μηχανίη.
μηχανιώτης, ὁ, poet. = μηχανητής, H.h. Merc. 436.
μηχανιώτης
μηχᾰνιώτης, ου, ὁ,
- Hhymn.