μισολάμαχος
μισολάμαχος, hating Lamachus
μῑσο-λάμᾰχος [λᾱ], ον,
- hating Lamachus, Ar. Pax 304.
μισο·λάμαχος, ος, ον [ῑᾱᾰ] qui hait Lamakhos, Ar. Pax 304.
μισολάμαχος, [ῑ], den Lamachus hassend, Ar. Pax 304, ἡμέρα.
μισολάμαχος
μῑσο-λ_άμᾰχος, ον
- hating Lamachus, Ar.