Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μισοδικαστής
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μισθώσιμος
μίσθωσις
μισθωτεύω
μισθωτήριον
μισθωτής
μισθωτική
μισθωτικός
μισθωτός
μισθώτρια
μίσιππος
Μῖσις
μίσκαιος
μίσκος
μισοβάρβαρος
μισοβασιλεύς
μισόγαμος
μισογέλως
μισόγελως
μισογόης
μισογύναιος
μισογύνεια
μισογυνέω
μισογύνης
μισογυνία
μισόγυνος
μισοδανειστής
μισοδημία
μισόδημος
μισοδημότης
μισοδιδασκαλία
μισοδικαστής
μισόδικος
μισόδοξος
μισόδουλος
μισόδουλος βοτάνη
μισόθεος
μισόθηρος
μισόθριξ
μισοΐδιος
μισοίκειος
μισοινία
μίσοινος
μισοκαῖσαρ
μισοκακέω
μισοκαλήμερος
μισόκαλος
μισοκύκλωψ
μισοκύριος
μισολάκων
μισολάμαχος
μισόλεκτρος
μισολογέω
μισολογία
μισόλογος
μισόνεικος
μισόνοθος
μισόνυμφος
μισοξενία
μισόξενος
μισοπαθές
μισόπαις
…
μισοδικαστής
Save
Pape
μισοδικαστής
, [ῑ], ὁ,
Feind des Richtens, Schol. Ar. Av
. 111,
l.d.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}