μισόκαλος
μισόκαλος, hating the good
μῑσό-κᾰλος, ον,
- hating the good, Ph. 2.4, Ptol. Tetr. 159, Hsch.; μ. φθόνος Ph. 1.464.
μισό·καλος, ος, ον [ῑᾰ] ennemi du beau, Phil. 352d.
Étym. μ. καλός.
μισόκαλος, [ῑ], das Schöne, Edle hassend, Philo.