μισογύναιος
μισογύναιος, hating women
μῑσο-γύναιος [ῠ], ον,
- hating women, Ph. 2.312, Ptol. Tetr. 159, Vett.Val. 17.11, Alciphr. 1.34: τὸ μ. Dam. Pr. 388.
μισο·γύναιος, ος, ον [ῑῠ] c. μισογύνης, Alciphr. 1, 34.
μισογύναιος, [ῑ], Weiber hassend, Alc. 1.34.