Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μιτηρός
μιτηρός, woven
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μισοστρατιώτης
μισοσύλλας
μισοσύλλης
μισοσώματος
μισοτεκνία
μισότεκνος
μισοτύραννος
μισότυφος
μισοφαής
μισοφίλιππος
μισοφιλόλογος
μισόφιλος
μισοφιλόσοφος
μισόφροντις
μισόχρηστος
μισοχριστιανός
μισόχριστος
μισοψευδής
μισοψηφιστής
μισσυνή
μιστυλάομαι
μιστύλη
μίστυλλον
μιστύλλω
μίσυ
μίσυβρις
μισυοί
μίσχος
μισώδης
μιτάριον
μιτηρός
μίτιλος
μίτινοι
Μίτιος
μιτίσασθαι
μιτίσκος
μίτλος
μιτοεργός
μιτόεργος
μιτόομαι
μιτορραφές
μιτορραφής
μίτος
μιτουργία
μιτόω
μίτρα
Μίτρα
μιτράγχουσα
Μιτραδάτης
Μιτραῖοι
Μιτραῖος
μιτράνα
μιτρανάδεσμος
μίτρη
μιτρηδόν
μιτρηφορέω
μιτρηφόρος
μιτρίον
μίτριος
Μιτροβάτης
μιτρογαθής
…
μιτηρός
Save
μιτηρός, woven
LSJ
μῐτ-ηρός, ά, όν,
woven,
E.
Hec.
924.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}