Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μομμώ
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μολυβίς
μολυβοειδής
μόλυβος
μολυβουργός
μολυβοῦς
μολυβρός
Μολύκρειον
Μολυκρικός
Μολύκριον
μόλυμμα
Μολυνεύς
μολυνίη
μολυνοπραγμονέομαι
μόλυνσις
μολυντός
μολύνω
μολυρίς
μολυρόν
μολυρός
Μόλυρος
μόλυς
μόλυσμα
μολυσματώδης
μολυσμός
μόλυχνον
μόλω
Μόλων
μολών
μομβρώ
Μόμμιος
μομμώ
μομφά
μομφή
μόμφις
μόμφος
μονάγκων
μοναγρία
μονάγριον
μόναγρος
μοναδελφία
μονάδην
μοναδιαῖος
μοναδικός
μοναδικῶς
μοναδισμός
μοναδιστί
μοναδόν
μονάζω
μοναθλία
μόναιπος
Μοναίσης
μονάκανθος
μοναλκής
μονάλυσις
μοναμπυκία
μονάμπυκος
μονάμπυξ
μονανδρέω
μονανδρία
μόνανδρος
μονάξ
…
μομμώ
Save
LSJ
Pape
μομμώ, = foreg. [μορμώ],
Hsch.
μομμώ
, οῦς, ἡ, = μομβρώ = μορμώ.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}