Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Μόδεστος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μνωΐα
μνωΐτης
μνωόμενος
μνώοντο
μνώσκει
μνῴτης
μογγάς
μογγιλάλος
μογγός
μογείω
μογερός
μογερῶς
μογέω
μόγημα
μογηροφόρος
μογηφόρος
μογιάω
μογιλαλία
μογιλάλος
μογίομες
μόγις
μογισαψεδάφα
μογισαψέδαφος
μογξοῦντες
μογολάλος
μόγος
μογοστοκία
μογοστόκος
μόδα
Μοδέρατος
Μόδεστος
μοδίολος
μόδιος
μοδισμός
μόδον
μόδος
Μόδρα
μοεύω
μοεύων
μόθαξ
μόθος
μόθουρα
μόθων
Μοθώνη
μοθωνία
μοθωνικός
μοι
μοί
μοιμυάω
μοιμύλλω
μοιόν
μοιός
μοῖρα
Μοῖρα
Μοιραγένης
μοιραγέτης
μοιράδιος
μοιράζω
μοιραῖος
μοιραίως
μοιράς
…
Μόδεστος
Save
Bailly 2024
Μόδεστος,
ου
(
ὁ
)
=
lat.
Modestus
,
n. d’h. rom.
Plut.
Qu. conv.
1, 2, 6
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}