μογοστοκία
μογοστοκία, painful child-birth
μογοσ-τοκία, ἡ,
- painful child-birth, Man. 1.337.
μογοστοκία, ας (ἡ) enfantement pénible, Man. 1, 337.
Étym. μογοστόκος.
μογοστοκία, ἡ, schwere Geburt, Maneth. 1.337, 4.412.