Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μοχλοειδής
μοχλοειδής, like a lever
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μούσχανον
μουσῳδός
μούσωνες
Μουτίνη
μοχθέω
μοχθήεις
μόχθημα
μοχθηρία
μοχθηρόομαι
μοχθηρός
μοχθηρόω
μοχθηρῶς
μοχθητέον
μοχθητέος
μοχθίζω
μοχθισμός
μόχθος
μοχθόω
μοχθώδης
μοχλά
μοχλεία
μόχλευσις
μοχλευτής
μοχλευτικός
μοχλεύω
μοχλέω
μοχλία
μοχλικός
μοχλίον
μοχλίσκος
μοχλοειδής
μοχλόλιθος
μοχλός
μοχλόω
μοχοῖ
Μόψιον
Μοψόπειος
Μοψοπία
Μοψόπιοι
μόψος
Μόψος
Μόψου ἑστία
Μοψουεστία
Μόψοψ
μῦ
μύ
μῦα
μύα
μυάγρα
μύαγρος
μυαῖον
μυάκανθα
μυακάνθα
μυακάνθινος
μυάκανθον
μυάκανθος
μυάκιον
μυαλός
μυαλόω
μύαξ
μυάω
…
μοχλοειδής
Save
μοχλοειδής, like a lever
LSJ
μοχλο-ειδής, ές,
like a lever,
ξύλον
Apollon.Cit.
1.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}