μυκήτινος
μυκήτινος, made of mushrooms
μῠκήτῐνος, η, ον,
- made of mushrooms, Luc. VH 1.16.
μυκήτινος, η, ον [ῠῐ] fait avec un champignon, Luc. V.H. 1, 16 (μύκης 2).
μυκήτινος, von Pilzen gemacht, Luc. V.H. 1.16.
μυκήτινος
μῠκήτῐνος, η, ον
μύκης
- made of mushrooms, Luc.