μυκήτωρ Save LSJ Bailly 2024 Pape μῡκήτωρ, ορος, ὁ, poet. for μυκητής, Nonn. D. 3.237. μυκήτωρ, ορος [ῡ] adj. m. c. μυκητής, Nonn. D. 3, 237. μυκήτωρ, [ῡ], ορος, ὁ, = μυκητής, Nonn. D. 3.235, 22.134.