μυστοδότης
μυστο-δότης, ου, ὁ,
- = μυσταγωγός, Mesom. Mus. 7.
μυστο·δότης, voc. -α, gén. -ου (ὁ) qui initie aux mystères, initiateur, Mésomèd. Mus. 7.
Étym. μ. δίδωμι.
μυστοδότης, ὁ, = μυσταγωγός, Apollo, Dionys. 1, im voc. μυστόδοτα.