μυστηριακός Save LSJ Pape μυστηρι-ακός, ή, όν, = μυστηρικός, Ptol. Tetr. 163, Sch. Ar. Pl. 27 (Sup.). μυστηριακός, zu den Mysterien gehörig, mystisch, Schol. Ar. Plut. 27.