μυστηρικός
μυστηρικός, of or for mysteries
μυστηρι-κός, ή, όν,
- of or for mysteries, χοιρία Ar. Ach. 747.
μυστηρικός, ή, όν, c. μύστης, Ar. Ach. 747.
μυστηρικός, = μυστηριακός, χοιρίον, Ar. Ach. 712 u. Sp.
μυστηρικός, ή, όν
- of or for mysteries, mystic, Ar.