μυστιπολευτός Save Bailly 2024 Pape μυστιπολευτός, ή, όν [ῐ] célébré par des mystères, Orph. H. 76, 7. Étym. μυστιπολεύω. μυστιπολευτός, Adj. verb. zu μυστιπολεύω, μυστιπολευταὶ τελεταί, Orph. H. 76.7, geheim gefeiert.