μωροποιός
μωροποιός, dealing foolishly
μωρο-ποιός, όν,
- dealing foolishly, Hsch. s.v. ἠλεός.
μωρο·ποιός, ός, όν, qui rend fou, Bas. 1, 444 Migne.
Étym. μωρός, ποιέω.
μωροποιός, dumm machend, Sp.