μωρόκακος Save LSJ Bailly 2024 Pape μωρό-κᾰκος, ον, = foreg. [μωροκακοήθης], Ptol. Tetr. 167. μωρό·κακος, ος, ον [ᾰ] fou et méchant, Procl. Ptol. p. 223. Étym. μωρός, κακός. μωρόκακος, = μωροκακοήθης, Procl.