μωροκλέπτης
μωροκλέπτης, stupid thief
μωρο-κλέπτης, ου, ὁ,
- stupid thief, Aesop. 38, Hsch. s.v. Λυδός.
μωρο·κλέπτης, ου (ὁ) voleur maladroit ou sot, Es. 38 Halm.
Étym. μωρός, κλέπτης.
μωροκλέπτης, ὁ, der dumme Dieb, Aesop.