Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μωρονήπιος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μωμοσκόπος
μῶν
μωνιή
μωνιός
μῶνος
μῶνυξ
μώνυχες
μώνυχος
μώομαι
μωραίνω
μώρανσις
μωρεύω
μωρία
μωρίαι
μωρίζω
μώριον
μώριος
μωρίων
μωροβλάπτης
μωρόθεοι
μωρόθεος
μωροκακοήθης
μωρόκακος
μωρόκαλος
μωροκλέπτης
μωρολογέω
μωρολόγημα
μωρολογία
μωρολόγος
μῶρον
μωρονήπιος
μωρονοέω
μωρόομαι
μωροποιέομαι
μωροποιέω
μωροποιός
μωροπόνηρος
μωρός
μῶρος
μωρόσοφος
μωρόσυκον
μωρότης
μωροφιλόσοφος
μωρόφρων
μωρόω
μώρτα
μωρῶς
μώρωσις
Μῶσα
μῶσα
Μωσῆς
μῶσθαι
μῶσις
μώστιον
μωτάπει
Μωυσῆς
Μῶφι
μώψ
μ’
ν
Ν
…
μωρονήπιος
Save
Pape
μωρονήπιος
, ὁ,
ein kindischer Tor
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}