μωροπόνηρος
μωροπόνηρος, stupidly wicked
μωρο-πόνηρος, ον,
- stupidly wicked, Adam. 2.58, Polem.Phgn. 68.
μωρο·πόνηρος, ος, ον, sottement méchant, Polém. Physiogn. p. 294.
Étym. μωρός, πονηρός.
μωροπόνηρος, dummböse, Physiogn.