Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μόρινος
μόρινος, mulberry-coloured
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μονῶτις
μόνωτος
μονώψ
μόνωψ
μόρα
μοράζομαι
μοράζω
Μοργαντίνη
μοργᾶται
μοργεύω
μοργή
Μόργης
μοργία
μόργιον
μοργίον
μόργνυμι
μόργος
μόρε
μορέα
μορέω
μορία
μόρια
μοριασμός
μοριαστικά
μορίδες
μορίδιος
μορίες
μορίη
Μορίη
μόριμος
μόρινος
μόριον
Μόριος
μόριος
μόριος Ζεύς
μοριότμητος
μορίς
μοριφόν
Μόριχος
Μορμίας
μορμολυκεία
μορμολυκεῖον
μορμολύκειον
μορμολύκη
μορμολύκιον
μορμολυκτόω
μορμολύττομαι
μορμολύττω
μόρμορος
μορμορύζω
μορμορυξία
μορμόρυξις
μορμορωπός
μορμόφοβος
μόρμυλος
μορμύλος
μορμύνω
μορμυρίζω
μορμυρίων
μορμύρος
μορμύρω
…
μόρινος
Save
μόρινος, mulberry-coloured
LSJ
μόρινος, η, ον,
mulberry-coloured,
CPR
27.8 (ii A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}