μόριμος
μόρῐμος, ον,
- poet. for μόρσιμος, μόριμον δέ οἵ ἐστʼ ἀλέασθαι Il. 20.302; μ. υἱός Pi. O. 2.38; λάχος A. Ch. 361 (lyr.).
μόριμος, ος, ον [ῐ] c. μόρσιμος, Il. 20, 302 ; Pd. O. 2, 42 ; Eschl. Ch. 361.
μόριμος, ον, poet. = μόρσιμος, μόριμον δέ οἵ ἐστʼ ἀλέασθαι, Il. 20.302 ; μόριμος υἱός, Pind. Ol. 2.42, der vom Schicksal bestimmte Oedipus ; μόριμον λάχος πιμπλάντων, Aesch. Ch. 356.
μόριμος
[μόρος.]
Decreed by fate.
Absol. in neut. sing. in impers. construction : μόριμόν οἵ ἐστʼ ἀλέασθαι Il. 20.302.
μόρῐμος (cf. μόρσιμος)
- 1fated ἔκτεινε Λᾷον μόριμος υἱός (byz., Σ: μόρσιμος codd.: i. e. ὁ κατὰ μοῖραν αὐτῷ γενόμενος, Gildersleeve; who was fated to be his) O. 2.38.
μόριμος (μόρος) = μόρσιμος, Il. 20.302†.
μόριμος
μόρῐμος, ον
poetic for μόρσιμος, Il., Aesch.