μόνωψ Save LSJ Bailly 2024 Pape μόνωψ, ωπος, ὁ, = μόναπος, Ael. NA 7.3. II v. foreg. 2. μόνωψ, ωπος (ὁ) c. μόναπος, El. N.A. 7, 3. μόνωψ, ωπος, ὁ, = μόναπος, Ael. N.A. 7.3.