μόργνυμι
μόργνῡμι,
- = ὀμόργνυμι, only aor. 1 Med. μόρξαντο, μορξάμενοι, Q.S. 4.270, 374.
μόργνυμι (3 pl. ao. moy. μόρξαντο) c. ὀμόργνυμι, Q. Sm. 4, 270, 314.
μόργνυμι, [ῡ], = ὀμόργνυμι, μόρξαντο, Qu.Sm. 4.270, 314.