μορμολύκειον
μορμολύκειον, τό (μορμολύττω), ein Schreckbild, Popanz, Schrecker, μολοττικοὺς τρέφουσι, μορμολύκεια τοῖς μοιχοῖς, κύνας, Ar. Th. 417 ; Frg. 97, 187 ; μὴ δεδιέναι τὸν θάνατον ὥσπερ μορμολύκεια, Plat. Phaed. 77e ; Luc. Philops. 25, Tox. 24, oft.