μορμορωπός
μορμορωπός, hideous to behold
μορμορωπός, όν,
- hideous to behold, Ar. Ra. 925; v. μορμυρωπός.
μορμορ·ωπός, ός, όν, effrayant, Ar. Ran. 925.
Étym. μορμώ, ὤψ.
μορμορωπός, schrecklich von Aussehen, Ar. Ran. 923 ; bei Suid. μορμυρωπός.
μορμορωπός
μορμορ-ωπός, όν
Μορμώ, ὤψ
- hideous to behold, Ar.