Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Μόριχος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μοργᾶται
μοργεύω
μοργή
Μόργης
μοργία
μόργιον
μοργίον
μόργνυμι
μόργος
μόρε
μορέα
μορέω
μορία
μόρια
μοριασμός
μοριαστικά
μορίδες
μορίδιος
μορίες
μορίη
Μορίη
μόριμος
μόρινος
μόριον
Μόριος
μόριος
μόριος Ζεύς
μοριότμητος
μορίς
μοριφόν
Μόριχος
Μορμίας
μορμολυκεία
μορμολυκεῖον
μορμολύκειον
μορμολύκη
μορμολύκιον
μορμολυκτόω
μορμολύττομαι
μορμολύττω
μόρμορος
μορμορύζω
μορμορυξία
μορμόρυξις
μορμορωπός
μορμόφοβος
μόρμυλος
μορμύλος
μορμύνω
μορμυρίζω
μορμυρίων
μορμύρος
μορμύρω
μορμυρωπός
μορμύσσομαι
Μορμώ
μορμώ
μορμών
μορμωτός
μορνάμενος
μοροδικέω
…
Μόριχος
Save
Bailly 2024
Μόριχος,
ου
(
ὁ
)
[
ῐ
] Morikhos,
h.
A. Pl.
190
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}