μυρσινίτης
μυρσινίτης, wine flavoured with myrtle
μυρσῐν-ίτης [ῑτ] οἶνος, ὁ,
- wine flavoured with myrtle, Dsc. 5.29.
- II Subst. μ., ὁ, a precious stone, Plin. HN 37.174.
- 2 myrtle spurge, Euphorbia Myrsinites, Dsc. 4.164.5.
μυρσινίτης, att. μυρρινίτης οἶνος (ὁ) [ῐν]
1 c. μυρρινίτης, Diosc. 5, 37 ||
2 ὁ μ. sorte de τιθύμαλλος, Diosc. 5, 37 ||
➳ μυρρινίτης, El. V.H. 12, 31.
Étym. μυρσίνη.
μυρσινίτης, ὁ, = μορρινίτης, Sp.