Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μυρσίνιος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μυρόχροος
μυρόω
μύρρα
Μύρρα
μυρρινάκανθος
μυρρινάω
μυρρίνη
Μυρρίνη
μυρρίνης
Μυρρινίδιον
μυρρινίτης
μυρρινίτης οἶνος
μύρρινος
Μυρρινοῦντάδε
Μυρρινοῦς
Μυρρινούσιος
μυρρινών
Μύρριον
μυρρίς
μυρρίτης
μυρρίτης λίθος
μυρσεών
Μυρσίλος
μυρσίνα
μυρσινᾶτον
μυρσινᾶτος οἶνος
μυρσινέλαιον
μυρσινεών
μυρσίνη
μυρσίνινος
μυρσίνιος
μυρσινίτης
μυρσινοειδής
μυρσινοειδῶς
μυρσινόκοκκος
μύρσινος
Μύρσινος
μυρσινών
μύρσος
Μύρσος
Μύρσων
μυρτάκανθα
μυρτάκανθος
Μυρτάλη
μυρταλίς
μυρτάς
Μυρτάς
μυρτεών
μύρτη
μυρτήνη
Μυρτηνόν
μυρτία
Μυρτία
μυρτίδανον
Μυρτίλος
μυρτίλωψ
μυρτίνη
μύρτινος
Μύρτιον
μυρτίς
Μυρτίς
…
μυρσίνιος
Save
Bailly 2024
μυρσίνιος,
α, ον
[
σῐ
] de myrte,
Diosc.
1, 49
.
Étym.
μυρσίνη
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}