μυρσίνινος
μυρσίνινος, of myrtle
μυρσῐν-ινος, η, ον,
- = μύρρινος, of myrtle, Dsc. 1.39, Aët. 15.42.
μυρσίνινος, ος, ον, c. le suiv. Diosc. 1, 48 ; Clém. 1, 488 Migne.
μυρσίνινος, od. μορσίνιος, = μύρρινος, ἔλαιον, Myrtenöl, Sp.