Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ναυάρχης
ναυάρχης, fleet commander, admiral
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νασμός
νασμώδης
Νάσοι
νᾶσος
νάσσα
νᾶσσα
νάσσατο
νάσσε
νάσσω
ναστήρ
νάστης
Νάστης
ναστίσκος
ναστοκόπος
ναστός
ναστότης
ναστοφαγέω
ναστοφάγος
νατῆρες
Νατίσων
νάττω
νάτωρ
ναυαγέω
ναυαγησμός
ναυαγία
ναυάγιον
ναυαγιοφόρος
ναυαγός
Ναύαιθος
ναυαρχέω
ναυάρχης
ναυαρχία
ναυαρχίς
ναύαρχος
ναυάτης
ναυβαρέω
ναυβατέω
ναυβάτης
Ναυβάτης
ναύβιον
Ναυβόλειος
Ναυβολίδης
Ναύβολος
Ναυδαμηνός
ναύδετον
ναυηγ
ναυηγέτης
ναυηγέω
ναυηγία
ναυηγίη
ναυήγιον
ναυηγός
ναύκλαρος
Ναυκλείδης
ναυκληρέω
ναυκλήρημα
ναυκληρία
ναυκληρικός
ναυκλήριον
ναυκληροκυβερνήτης
ναυκληρομάχιμος
…
ναυάρχης
Save
ναυάρχης, fleet commander, admiral
LSJ
ναυάρχ-ης, ου, ὁ,
= ναύαρχος,
Lyd.
Mag.
1.27.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}