νεκυόμαντις
νεκῠό-μαντις, εως, ὁ, ἡ,
- = νεκρόμαντις, Str. 16.2.39, Ptol. Tetr. 181, Artem. 2.69.
νεκυό·μαντις, εως (ὁ) c. νεκρόμαντις, Str. 762.
νεκυόμαντις, ὁ, = νεκρόμαντις, Suid.