νεκταρώδης
νεκταρώδης, like nectar
νεκτᾰρώδης, ες,
- like nectar, Gp. 5.2.10.
νεκταρώδης, ης, ες [ᾰ] semblable à du nectar, Geop. 5, 2, 10.
Étym. νέκταρ, -ωδης.
νεκταρώδης, ες, nektarartig, Sp.
νεκταρώδης, like nectar