νεκυϊσμός Save LSJ Bailly 2024 Pape νεκυ-ϊσμός, ὁ, = νέκυια I, Man. 4.213. νεκυϊσμός, οῦ (ὁ) c. le préc. Man. 4, 213. νεκυϊσμός, ὁ, = νεκυία, Maneth. 4.213.