νεοθλιβής
νεο-θλῐβής, ές,
- = sq., πῶμα AP 7.457 (Aristo); γλεῦκος Heraclit. All. 35.
νεο·θλιβής, ής, ές [ῑ] c. le suiv. Anth. 7, 457.
νεοθλιβής, ές, = νεόθλιπτος, πῶμα, Aristo 3 (VII.457).
νεοθλιβής
νεο-θλῐβής, ές
θλίβω
= νεόθλιπτος, Anth.