νεόστροφος
νεόστροφος, newly twisted
νεό-στροφος, ον,
- newly twisted, νευρή Il. 15.469.
νεό·στροφος, ος, ον, nouvellement tourné ou tordu, Il. 15, 469.
Étym. ν. στρέφω.
νεόστροφος, neu, frisch gedreht, geflochten, νευρή, Il. 15.469.
νεόστροφος
-ον
[νέος + στροφ-, στρέφω.]
Newly twisted : νευρήν Il. 15.469.
νεόστροφος (στρέφω): newly twisted; νευρή, Il. 15.469†.
νεόστροφος
νεό-στροφος, ον,
στρέφω
- newly twisted, νευρή Il.