νεοστεφής Save LSJ Pape νεο-στεφής, ές, = foreg., BMus.Inscr. 1143 (ii/iii A.D.). II = νεόκρατος, Hsch.; cf. ἐπιστεφής. νεοστεφής, ές, = νεόστεπτος, Hesych.