νεόσφακτος
νεόσφακτος, newly shed
νεό-σφακτος, ον,
- newly shed, ν. αἷμα Arist. HA 581b2.
νεό·σφακτος, ος, ον, c. le préc. Arstt. H.A. 7, 1.
νεόσφακτος, = νεοσφαγής, αἷμα, Arist. H.A. 7.1.
νεόσφακτος, newly shed