νεοσφάξ
νεοσφάξ, newly slaughtered
νεο-σφάξ, άγος, ὁ, ἡ,
- newly slaughtered, Nic. Fr. 68.1.
νεο·σφάξ, άγος (ὁ, ἡ) [ᾰγ] c. les préc. Nic. (Ath. 126b).
νεοσφάξ, άγος, = νεόσφακτος, Nic. bei Ath. III.126b.