νεῖος
νεῖος, Ion. >νέος
νεῖος2, Att. > νήϊος
νεῖος (A), η, ον, Ion. for νέος, A.R. 1.125, Hsch.
νεῖος (B), α, ον, (ναῦς) Att. for νήϊος, IG 2(2).1610.27, 1629.1000, 1003, al. (in neut. pl. as Subst.), Theognost. Can. 121.
νεῖος ¹, ion. = νέος.
νεῖος ², = νήϊος, nur Gramm., wie Moeris erkl. νεῖα, τὰ εἰς παρασκευὴν πλοίου ξύλα ; vgl. Lobeck Phryn. 432.