νειοκόρος
νειο-κόρος, ὁ, ἡ, Ion. for νεωκόρος, AP 6.356 (Pancrat.).
νειο·κόρος, ου (ὁ, ἡ) ion. c. νεωκόρος, Anth. 6, 356.
νειοκόρος, ion. = νεωκόρος, Pancrat. ep. 1 (VI.356).
νειοκόρος
νειο-κόρος, ὁ, ἡ,
Ionic for νεωκόρος, Anth.