Νειλοσκοπεῖον Save LSJ Bailly 2024 Νειλοσκοπεῖον, τό, = Νειλομέτριον, D.S. 1.36. Νειλο·σκοπεῖον, ου (τὸ) appareil pour observer les crues du Nil, DS. 1, 36. Étym. Ν. σκοπέω.