Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νυνατός
νυνατός, Cret. >δυ- possible
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Νύμφις
νυμφόβας
νυμφογενής
νυμφογέννητος
Νυμφόδωρος
νυμφόκλαυτος
νυμφοκομέω
νυμφοκόμος
νυμφόληπτος
νυμφοληψία
νυμφοπόνος
νυμφοστολέω
νυμφοστολίζω
νυμφοστολικῶς
νυμφοστόλος
νυμφοτερεῖς
νυμφοτιμία
νυμφότιμος
νυμφοτόκος
νυμφοτομέω
νυμφοτομία
νυμφοτροφέω
νυμφοφόρος
νυμφώδης
νυμφών
νῦν
νύν
νυν
νῦν δή
νύναμαι
νυνατός
νυνδή
νυνδί
νυνί
νυνμενί
νύννιον
νύξ
Νύξ
νύξαι
νύξε
νύξις
νυός
νυρίζει
νυρίζω
νύρω
Νῦσα
Νύσα
Νυσαῖος
Νυσήϊον
Νυσήϊος
Νυσιάς
Νύσιος
Νύσις
νῦσος
νύσσα
Νύσσα
νυσσηΐς
νυσσηΐτας
νυσσηῗτις
νῦσσος
νύσσω
…
νυνατός
Save
νυνατός, Cret. >δυ- possible
LSJ
νῠνᾰτός, ά, όν, Cret. for
δυνατός,
GDI
4992aiii 3, al.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}