νυμφογενής
νυμφογενής, nymph-born
νυμφο-γενής, ές,
- = νυμφαγενής, Epigr. ap. Arist. Mir. 843b31, APl. 16.8 (Alc.).
νυμφο·γενής, ής, ές, c. νυμφαγενής, A. Pl. 8, 4.
νυμφογενής, ές, = νυμφαγενής, Satyros, Alcaeus 10 (Plan. 8).
νυμφογενής
νυμφο-γενής, ές
γίγνομαι
- nymph-born, Anth.