Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νυμφογέννητος
νυμφογέννητος, born of a nymph
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Νυμφᾶς
Νυμφάς
νύμφασμα
νυμφάσματα
νυμφεῖον
νυμφεῖος
νύμφευμα
νύμφευσις
νυμφευτήρ
νυμφευτήριος
νυμφευτής
νυμφεύτρια
νυμφεύω
νύμφη
Νύμφη
νυμφηγέτης
νυμφήϊος
νυμφιάω
νυμφίδες
Νυμφιδία
νυμφίδιος
Νυμφίδιος
νυμφικός
νυμφικῶς
νυμφίος
νύμφιος
νυμφίς
Νύμφις
νυμφόβας
νυμφογενής
νυμφογέννητος
Νυμφόδωρος
νυμφόκλαυτος
νυμφοκομέω
νυμφοκόμος
νυμφόληπτος
νυμφοληψία
νυμφοπόνος
νυμφοστολέω
νυμφοστολίζω
νυμφοστολικῶς
νυμφοστόλος
νυμφοτερεῖς
νυμφοτιμία
νυμφότιμος
νυμφοτόκος
νυμφοτομέω
νυμφοτομία
νυμφοτροφέω
νυμφοφόρος
νυμφώδης
νυμφών
νῦν
νύν
νυν
νῦν δή
νύναμαι
νυνατός
νυνδή
νυνδί
νυνί
…
νυμφογέννητος
Save
νυμφογέννητος, born of a nymph
LSJ
νυμφο-γέννητος, ον, = foreg.,
S.
Ichn.
35.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}