Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νυμφοληψία
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νύμφευμα
νύμφευσις
νυμφευτήρ
νυμφευτήριος
νυμφευτής
νυμφεύτρια
νυμφεύω
νύμφη
Νύμφη
νυμφηγέτης
νυμφήϊος
νυμφιάω
νυμφίδες
Νυμφιδία
νυμφίδιος
Νυμφίδιος
νυμφικός
νυμφικῶς
νυμφίος
νύμφιος
νυμφίς
Νύμφις
νυμφόβας
νυμφογενής
νυμφογέννητος
Νυμφόδωρος
νυμφόκλαυτος
νυμφοκομέω
νυμφοκόμος
νυμφόληπτος
νυμφοληψία
νυμφοπόνος
νυμφοστολέω
νυμφοστολίζω
νυμφοστολικῶς
νυμφοστόλος
νυμφοτερεῖς
νυμφοτιμία
νυμφότιμος
νυμφοτόκος
νυμφοτομέω
νυμφοτομία
νυμφοτροφέω
νυμφοφόρος
νυμφώδης
νυμφών
νῦν
νύν
νυν
νῦν δή
νύναμαι
νυνατός
νυνδή
νυνδί
νυνί
νυνμενί
νύννιον
νύξ
Νύξ
νύξαι
νύξε
…
νυμφοληψία
Save
Pape
νυμφοληψία
, ἡ,
der Zustand der Begeisterung u. Verzückung, auch Wahnsinn
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}