Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξηροάμυλον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξεστίον
ξεστός
ξεστουργία
ξέστριξ
ξέστρον
ξέω
ξηνός
ξηρά
ξηραίνω
ξηραλειπτέω
ξηραλειφέω
ξηράλειψις
ξηραλοιφέω
ξηραλοιφία
ξηραμπέλινος
ξήρανσις
ξηραντέον
ξηραντικός
ξηραντικῶς
ξηρασία
ξήρασις
ξηρασμός
ξηράφιον
ξηρίγγιος
ξηρίγγοι
ξήριγγος
ξηρίον
ξήριον
ξῆρις
ξηρίς
ξηροάμυλον
ξηροβαλανιστέον
ξηροβάτης
Ξηροβάτης
ξηροβατικός
ξηρόβηξ
ξηροβιωτικός
ξηρόδερμος
ξηροκακοζηλία
ξηρόκαρπος
ξηροκαρυόφυλλον
ξηροκέφαλος
ξηροκόλλα
ξηροκολλούριον
ξηρόκοπτον
ξηρόκοπτος
ξηρολογία
ξηρολουσία
ξηρολουτρέω
ξηρόμυρον
ξηρονομικός
ξηροποιέω
ξηροποιός
ξηροπόταμος
ξηροπυρία
ξηροπυρίτας
ξηροπυρίτης ἄρτος
ξηρός
ξηρόσαρκος
ξηροσμύρνη
ξηροτήγανον
…
ξηροάμυλον
Save
Bailly 2024
ξηροάμυλον,
ου
(
τὸ
)
amidon sec,
Geop.
20, 26
.
Étym.
ξ. ἄμυλον
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}