Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξηρόδερμος
ξηρόδερμος, dry-skinned
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξηρά
ξηραίνω
ξηραλειπτέω
ξηραλειφέω
ξηράλειψις
ξηραλοιφέω
ξηραλοιφία
ξηραμπέλινος
ξήρανσις
ξηραντέον
ξηραντικός
ξηραντικῶς
ξηρασία
ξήρασις
ξηρασμός
ξηράφιον
ξηρίγγιος
ξηρίγγοι
ξήριγγος
ξηρίον
ξήριον
ξῆρις
ξηρίς
ξηροάμυλον
ξηροβαλανιστέον
ξηροβάτης
Ξηροβάτης
ξηροβατικός
ξηρόβηξ
ξηροβιωτικός
ξηρόδερμος
ξηροκακοζηλία
ξηρόκαρπος
ξηροκαρυόφυλλον
ξηροκέφαλος
ξηροκόλλα
ξηροκολλούριον
ξηρόκοπτον
ξηρόκοπτος
ξηρολογία
ξηρολουσία
ξηρολουτρέω
ξηρόμυρον
ξηρονομικός
ξηροποιέω
ξηροποιός
ξηροπόταμος
ξηροπυρία
ξηροπυρίτας
ξηροπυρίτης ἄρτος
ξηρός
ξηρόσαρκος
ξηροσμύρνη
ξηροτήγανον
ξηρότης
ξηροτριβέω
ξηροτριβία
ξηροτροφικόν
ξηροτροφικός
ξηροφαγέω
ξηροφαγία
…
ξηρόδερμος
Save
ξηρόδερμος, dry-skinned
LSJ
ξηρό-δερμος, ον,
dry-skinned,
Aët.
1.107.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}