ξηροκαρυόφυλλον Save LSJ Bailly 2024 ξηρο-καρυόφυλλον, v. ξυλοκαρυόφυλλον. ξηρο·καρυόφυλλον, ου (τὸ) [ᾰ] c. ξηρὸν καρυόφυλλον, Aét. 1, p. 9 b, 41.